Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εύαξος — εὔαξος, ον (ΑΜ) ο εύθραυστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + άξος «κάταγμα» (κρητ. τ. τού αγμός) < άγνυμι] … Dictionary of Greek